Τα γλυκά μας φτιάχνουν τη διάθεση, είναι γεγονός. Και δύσκολα μπορεί κανείς να απεξαρτηθεί από αυτά. Γιατί όταν ρωτήσετε τους φίλους σας αν τους αρέσουν τα γλυκά, είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εννιά στους δέκα θα σας απαντήσουν «ναι».

Και η εξήγηση είναι απλή: πρόκειται για την πρώτη γεύση που μαθαίνει να αναγνωρίζει ο άνθρωπος πριν καλά-καλά γεννηθεί.

γλυκάΣύμφωνα με μελέτες, η προτίμηση που δείχνει ο άνθρωπος στη γλυκιά γεύση οφείλεται στο γενετικό του υπόβαθρο. Η φυσική αυτή τάση προς το γλυκό μοιάζει σαν πρόνοια της Μητέρας Φύσης, η οποία τείνει να ωθήσει τον άνθρωπο στην κατανάλωση υδατανθράκων που έχουν γλυκιά γεύση, ώστε να έχει την απαραίτητη ενέργεια για να επιβιώσει. Ταυτόχρονα τον απωθεί από τις πικρές γεύσεις που έχουν συνήθως τα δηλητήρια.

Έχει παρατηρηθεί ότι το έμβρυο, όχι μόνο είναι σε θέση να διαχωρίσει μυρωδιές και γεύσεις από τη δέκατη τέταρτη κιόλας εβδομάδας της κύησης, αλλά ο ρυθμός της κατάποσής του επιταχύνεται όταν η μέλλουσα μητέρα καταναλώνει γλυκά τρόφιμα. Αντιθέτως, έχει διαπιστωθεί ότι το έμβρυο καταπίνει λιγότερο συχνά όταν φτάνουν σε αυτό γεύσεις πολύ εντονότερες.

Η ίδια προτίμηση συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Από πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρήθηκε ότι η γλυκιά γεύση είναι αυτή που μεταφέρει το μεγαλύτερο αριθμό ευχάριστων αισθήσεων στον εγκέφαλο, καθώς δραστηριοποιεί μεγάλο αριθμό γευστικών καλύκων σε σχέση με τις αλμυρές ή πικρές γεύσεις. Ίσως επειδή το γλυκό φέρνει στο μυαλό μνήμες απόλαυσης και ασφάλειας από τη ζωή μέσα στον εμβρυϊκό σάκο.

Ας μην ξεχνάμε όμως και τους ψυχολογικούς παράγοντες που μας κάνουν να ζητάμε τη γλυκιά γεύση. Μεγάλη μερίδα του πληθυσμού χρησιμοποιούν τα γλυκά σαν comfort food, το τρόφιμο δηλαδή που θα προτιμήσουν να καταναλώσουν όταν νιώθουν άκεφοι, κουρασμένοι, στρεσαρισμένοι ή για να επιβραβεύσουν τον εαυτό τους.

Την ίδια στιγμή, είναι γεγονός ότι η κατανάλωση ενός μπισκότου ή μιας σοκολατένιας μπάρας πυροδοτεί την παραγωγή ενδορφινών. Πρόκειται για τις λεγόμενες «ορμόνες της ευφορίας», που χαρίζουν ένα αίσθημα γαλήνης, καταλαγιάζουν το στρες και αυξάνουν ακόμα και τα επίπεδα αντοχής στον πόνο.

Παν μέτρον άριστον!

Ωστόσο, οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι το μυστικό της ευεξίας που χαρίζουν τα γλυκά κρύβεται στο μέτρο και αυτό δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τις παραπανίσιες θερμίδες που φορτώνουν τον οργανισμό. Εξαιτίας μιας σύνθετης μεταβολικής διεργασίας, όταν τρώμε ένα γλυκό, τα σάκχαρά του απορροφώνται τάχιστα και εισχωρούν στην κυκλοφορία του αίματος. Αμέσως αυξάνεται ο γλυκαιμικός δείκτης, τον οποίο επαναφέρει στα φυσιολογικά επίπεδά του το πάγκρεας, εκκρίνοντας την απαραίτητη δόση ινσουλίνης. Η ινσουλίνη όμως είναι ταυτόχρονα η «ορμόνη της πείνας». Καθώς λοιπόν ο δείκτης γλυκαιμίας πέφτει, κυριαρχεί και πάλι ένα αίσθημα πείνας το οποίο ζητά επιπλέον γλυκά τρόφιμα για να ικανοποιηθεί.

Παρά τη γενετική μας προδιάθεση όμως, το πόσο πολύ ή λιγότερο μας αρέσουν τα γλυκά επηρεάζεται από το περιβάλλον μας και το πόσο εύκολη ή δύσκολη πρόσβαση είχαμε στα γλυκά κατά την παιδική μας ηλικία. Γι’ αυτό το λόγο, οι γονείς μικρών παιδιών θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις ευαίσθητες ηλικίες όπου τα παιδιά καθορίζουν τις διατροφικές τους συνήθειες.

Γιατί τα παιδιά «τρελαίνονται» για γλυκά περισσότερο από τους ενήλικες;

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, η έντονη προτίμηση των παιδιών για γλυκά έχει βιολογική βάση και σχετίζεται με τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης τους.

Πιο συγκεκριμένα, όταν η ανάπτυξη είναι ταχεία, όπως συμβαίνει στην παιδική ηλικία, αυξάνονται οι ανάγκες του οργανισμού για θερμίδες. Έτσι, τα παιδιά είναι βιολογικά προγραμματισμένα να αγαπούν τη γλυκιά γεύση, καθώς αυτή τους ωθεί να αποκτήσουν τις αναγκαίες για την ανάπτυξή τους πηγές ενέργειας.

Η επιθυμία των παιδιών για γλυκά είναι διαδεδομένη σε όλες τις χώρες και τους πολιτισμούς και η τάση αυτή συνήθως μειώνεται σταδιακά όσο το παιδί μεγαλώνει και η φυσική του ανάπτυξη επιβραδύνεται.

Όλα τα ως άνω δεν σημαίνουν όμως ότι τα γλυκά δεν έχουν θέση σε ένα ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής. Ασφαλώς μπορούμε να καταναλώνουμε γλυκά, αρκεί αυτό να γίνεται με μέτρο και ποιοτική επιλογή. Να έχουμε όριο στο πόσο και πόσο συχνά θα φάμε γλυκό, αλλά και να κάνουμε επιλογές πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά.

Πηγή: naturanrg.gr